
Τα τελευταία χρόνια, η κατηγορία των σουπερμίνι συρρικνώθηκε και έχει παραχωρήσει την πρωτοκαθεδρία των πωλήσεων στα B-SUV. Ωστόσο, παραμένει μια ζωντανή και δυναμική κατηγορία της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Μάλιστα, εταιρείες όπως η Citroën, δεν περιορίζονται απλώς στη διατήρησή της. Όπως απέδειξαν οι Γάλλοι με τη νέα γενιά του C3, επιχειρούν να την εκσυγχρονίσουν, φέρνοντάς την πιο κοντά στις σημερινές ανάγκες και τα «θέλω» των οδηγών. Για να είμαστε ακριβέστεροι, με τους Κινέζους κατασκευαστές να ετοιμάζονται να μπουν δυναμικά και στην κατηγορία των σουπερμίνι, η γαλλική φίρμα επέλεξε με τη νέα γενιά του C3 να σπάσει τα καλούπια του παρελθόντος. Υιοθετώντας μια νέα φιλοσοφία που εστιάζει στα βασικά, έτσι ώστε να περιοριστεί το κόστος. Την πάντρεψε με μια SUVίστικη αισθητική και το αποτέλεσμα είναι ένα μικρό αυτοκίνητο που συνδυάζει την άνεση με το στιλ και την προσιτή τιμή.
Απέναντι σε πιο κλασικούς ανταγωνιστές, όπως το Hyundai i20, το Suzuki Swift και το VW Polo, που διατηρούν τις παραδοσιακές γραμμές των χάτσμπακ που χαρακτηρίζουν τα σουπερμίνι τις τελευταίες δεκαετίες, το C3 στέκεται απέναντί τους ως ο τολμηρός πρωτοπόρος. Με τη βούληση να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει μικρό αυτοκίνητο το 2025 και ποιες ανάγκες πρέπει να καλύπτει.
Με αρχική τιμή τις €16.900, το νέο Citroën C3 ήρθε και τάραξε τα νερά της κατηγορίας, προσφέροντας εξαιρετική σχέση αξίας-τιμής.
Στην πλειονότητα των αυτοκινήτων, η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι μόνο θέμα αισθητικής αλλά και μια δήλωση ταυτότητας. Και το νέο Citroën C3 δηλώνει ξεκάθαρα με αυτή πως στρίβει προς τον κόσμο των SUV. Ποντάροντας έτσι στην προτίμηση που δείχνει ο κόσμος σε αυτά όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια.
Οι τετραγωνισμένες γραμμές και η μεγάλη απόσταση από το έδαφος (19,7 πόντοι) δημιουργούν μια εικόνα που διαφέρει από τα συνηθισμένα. Τόσο για την κατηγορία όσο και για το ίδιο το μοντέλο που στις απελθούσες γενιές ξεχώριζε για τις καμπύλες γραμμές και το χαμηλότερο ύψος του αμαξώματος.
Στο εμπρός μέρος δεσπόζει το νέο οβάλ σήμα της Citroën που παραπέμπει στον αρχικό λογότυπο με το οποίο συστήθηκε στον κόσμο πριν από περίπου έναν αιώνα και πλαισιώνεται από γυαλιστερές, μαύρες οριζόντιες γρίλιες. Τα εμπρός και πίσω φώτα παραπέμπουν στο εντυπωσιακό πρωτότυπο Oli που είχε παρουσιαστεί πέρυσι. Με τον σχεδιασμό τους να περιλαμβάνει δύο οριζόντιες και μία κάθετη μονάδα, που χαρίζει μία όμορφη φωτεινή υπογραφή τριών επιπέδων.
Από άποψη μεγέθους, το νέο C3 διατηρεί τις κόμπακτ διαστάσεις του απελθόντος, με εξαίρεση το ύψος όπου πήρε σχεδόν δέκα πόντους σε μπόι. Με τη γλώσσα των αριθμών το μήκος προσεγγίζει πλέον τα 4,01 m, το πλάτος τα 1,75 και το ύψος τα 1,57 m. Με το μεταξόνιο να είναι στα 2,54 m.
Οι διαστάσεις αυτές το τοποθετούν στην καρδιά της κατηγορίας και ανάμεσα στα Polo (4,07 m), i20 (4,06 m) και το αισθητά μικρότερο σε μήκος Swift, που στα 3,86 m, είναι το μόνο της συνομοταξίας που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα μέτρα.
Συγκριτικά με την ψηλή σιλουέτα του C3, τα υπόλοιπα τρία σουπερμίνι ακολουθούν την πιο παραδοσιακή φόρμα των χάτσμπακ, το καθένα με τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα. Το i20 για παράδειγμα ακολουθεί μια πιο επιθετική σχεδιαστική γραμμή, με έντονες γωνίες και νεύρα που διατρέχουν το αμάξωμα. Η γεωμετρική μάσκα και τα αιχμηρά φώτα LED του δίνουν μια δυναμική παρουσία που δεν περνά απαρατήρητη. Χωρίς όμως να γίνεται υπερβολική. Είναι ένα σχέδιο που ισορροπεί ανάμεσα στη νεανικότητα και στην ωριμότητα που απαιτεί η κατηγορία.
Στο Swift, που μετρά λίγους μήνες από την τελευταία ολική ανανέωσή του, οι σχεδιαστές δεν θέλησαν να απομακρυνθούν από τη γνώριμη στρογγυλεμένη σιλουέτα που το έχει καθιερώσει στην αγορά τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, προχώρησαν σε αλλαγές που ακόμα και οι ίδιοι τις περιγράφουν ως «εξέλιξη» του παλιού αυτοκινήτου. Το αμάξωμα πλέον ορίζεται από τη γραμμή που σχηματίζεται στο καπό και εκτείνεται μέχρι το πίσω μέρος. Νέο τόνο δίνει και η ανασχεδιασμένη μάσκα με γρίλιες σε μαύρο χρώμα και τις χαρακτηριστικές φωτιστικές μονάδες σε σχήμα «L» που δένουν αρμονικά με τις στρογγυλεμένες γραμμές των φτερών.
Στο πλάι, οι μαύρες κολόνες δίνουν την αίσθηση ότι η οροφή αιωρείται, με τον πιο δυναμικό χαρακτήρα του μοντέλου να τονίζεται ακόμη περισσότερο από τα πίσω φώτα τριών διαστάσεων και τον φαρδύ πίσω προφυλακτήρα. Στα αξιοσημείωτα του νέου Swift είναι η μετακίνηση των χειρολαβών από την πίσω κολόνα στα πάνελ των θυρών.
Το Polo, από την άλλη, εκφράζει τη κλασική γερμανική σχολή σχεδίασης. Καθαρές γραμμές, οριζόντια μάσκα που δένει αρμονικά με τα φώτα LED και μια συνολική εικόνα που αποπνέει σοβαρότητα. Στοιχεία που το κρατούν ψηλά στις προτιμήσεις όσων δεν θέλουν πολλές φιοριτούρες.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τους χώρους; Για το νεοφερμένο Citroën C3, τα πράγματα λίγο πολύ είναι όπως τα περιμένεις χαζεύοντας το μέγεθος και την αλλαγή της φιλοσοφίας του. Έχει την πιο ψηλή θέση οδήγησης, που μεταφράζεται σε πολύ καλή περιμετρική ορατότητα για τον οδηγό και αίσθηση SUV, έναντι των άλλων τριών. Τα εμπρός καθίσματα με την τεχνολογία Advanced Comfort είναι ιδιαίτερα αναπαυτικά και άνετα στην πολύωρη οδήγηση. Με τη μαλακή επένδυση να βοηθά παράλληλα στη μείωση των κραδασμών που φθάνουν στο σώμα των επιβατών από την κύλιση και το πέρασμα του αυτοκινήτου από διάφορες ανωμαλίες. Ο χώρος για τα πόδια των πίσω είναι μεγάλος και από τους κορυφαίους της κατηγορίας, όπως και το ύψος της καμπίνας. Απόρροια του ψηλού αμαξώματος.
Οι αποθηκευτικοί χώροι εντός της καμπίνας είναι ικανοποιητικοί. Με πρακτικές θήκες στις πόρτες και την κεντρική κονσόλα για να φιλοξενηθούν τα καθημερινά μικροπράγματα. Στα δυνατά χαρτιά του C3 συγκαταλέγεται και το πορτμπαγκάζ των 310 lt. Με τον διαθέσιμο χώρο να έχει τετραγωνισμένο σχήμα που διευκολύνει τη φόρτωση και την πλήρη εκμετάλλευσή του. Και την αναδίπλωση των πίσω καθισμάτων (60:40) να αυξάνει τη χωρητικότητα στα 1.180 lt.
Στο Suzuki Swift ο χώρος αποσκευών ξεκινά από τα 265 lt και μπορεί να φτάσει τα 980 lt με την αναδίπλωση των πίσω καθισμάτων. Παρά τις μικρότερες διαστάσεις, το γεγονός ότι το σχετικά περιορισμένο πορτμπαγκάζ αποτελεί το μοναδικό ουσιαστικό χωροταξικό μειονέκτημα σε σύγκριση με τα τρία μεγαλύτερα μοντέλα του συγκριτικού μας, είναι εντυπωσιακό. Στο εσωτερικό υστερεί αισθητά –όπως και τα υπόλοιπα μοντέλα: Σε ύψος σε σχέση με τη νέα γαλλική πρόταση, αλλά όχι σε σύγκριση με τα Polo και i20, τα οποία ισοφαρίζει αν όχι τα ξεπερνά ελαφρώς– στον χώρο που προσφέρει για τα πόδια των πίσω επιβατών.
Η θέση οδήγησης από την άλλη, είναι πολύ καλή και, ανεξαρτήτως σωματότυπου, ο οδηγός δεν θα δυσκολευτεί να βρει την ιδανική θέση. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο εύρος ρυθμίσεων, τόσο σε ύψος όσο και κατά τον διαμήκη άξονα, στο τιμόνι και στο κάθισμα. Επιπλέον, οι μεγάλες γυάλινες επιφάνειες εξασφαλίζουν καλύτερη περιμετρική ορατότητα -και μια γενικότερα πιο φωτεινή καμπίνα σε σχέση με τα Polo και i20.
Τα δύο τελευταία, χωρίς να ξεχωρίζουν από τον ανταγωνισμό σε κάποιον τομέα, προσφέρουν ισορροπημένους χώρους, ικανοποιητικούς για τα πόδια και το κεφάλι των πίσω. Αμφότερα επίσης, προσφέρουν μια πιο χωνευτή και χαμηλή θέση οδήγησης, με ρυθμίσεις που θα βολέψουν κάθε σωματότυπο. Το αίμα τους πίσω παίρνουν με το πορτμπαγκάζ. Το χρυσό μετάλλιο απονέμεται στο i20 με 352 lt και στο Polo να ακολουθεί κατά πόδας με 351 lt. Πολύ καλό βαθμό παίρνουν και στους χώρους για μικροαντικείμενα, με πρακτικές θήκες και βολικές ποτηροθήκες.
Τα τελευταία χρόνια, τα σουπερμίνι έχουν κάνει άλματα σε ψηφιακές τεχνολογίες και εξοπλισμό. Πόσο απαραίτητα όμως είναι όλα αυτά; Και στην τελική πόσο άλλαξε η ζωή μας στο πέρασμα από αναλογικά όργανα σε ψηφιακά; Με αυτό και φυσικά την εξοικονόμηση του κόστους, η Citroën εισήγαγε μια νέα προσέγγιση με τη νέα γενιά του C3, δίνοντας έμφαση στην απλότητα και στην ουσία αντί στην επίδειξη τεχνολογίας.
Υπό το πρίσμα αυτής της φιλοσοφίας, το γαλλικό μοντέλο ξεχωρίζει για τη λιτή σχεδίαση σε κάθε πτυχή του εσωτερικού: Από τις απλές γραμμές και τα σκληρά πλαστικά στο ταμπλό μέχρι τις βασικές λειτουργίες του infotainment και τον ιδιαίτερο πίνακα οργάνων. Ο τελευταίος δεν είναι παραδοσιακή οθόνη, αλλά ένας προτζέκτορας. Που εμφανίζει στο οπτικό πεδίο του οδηγού, ψηλά στο ταμπλό, μόνο τις απαραίτητες πληροφορίες, όπως την ταχύτητα, τη θερμοκρασία, το απόθεμα καυσίμου κ.ά.
Σε επίπεδο σχεδίασης, ευπρόσδεκτη είναι η υφασμάτινη επένδυση στο ταμπλό που σπάει τη μουντή εικόνα των μαύρων πλαστικών, αλλά και τα «happy tags» που συμβουλεύουν τους επιβάτες να… είναι χαρούμενοι και περνούν καλά!
Επιστρέφοντας στο infotainment, στις πλουσιότερες εκδόσεις «PLUS» και «MAX», φιλοξενείται σε μια οθόνη αφής 10,25”. Τονίζουμε τις πλουσιότερες, διότι στη βασική έκδοση «YOU!» παρέχεται μια βάση που δίνει τη δυνατότητα στον οδηγό να μετατρέψει το κινητό τηλέφωνο σε infotainment του αυτοκινήτου.
Όπως σημειώσαμε, προσφέρει ελάχιστες λειτουργίες και σχετικά απλοϊκά γραφικά. Είναι πολύ εύκολο στη χρήση και με πολύ καλή απόκριση στις εντολές αφής. Στις λειτουργίες του περιλαμβάνονται τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που χρησιμοποιεί η πλειονότητα των οδηγών καθημερινά: Εργοστασιακή πλοήγηση, ραδιόφωνο και Bluetooth για αναπαραγωγή media από άλλες πηγές και ασύρματη σύνδεση Android Auto και Apple CarPlay.
Αυτή η φιλοσοφία απλότητας και ουσίας δεν περιορίζεται στην τεχνολογία, αλλά διαπερνά συνολικά το εσωτερικό του C3. Η ποιότητα κατασκευής είναι αξιοπρεπής, με σκληρά πλαστικά αλλά προσεγμένη συναρμολόγηση, ενώ η καμπίνα παρέχει άνεση με τα μαλακά καθίσματα. Το C3 στοχεύει σε όσους προτιμούν τη λειτουργικότητα από τον εντυπωσιασμό, με πλήρη σουίτα ADAS να εξασφαλίζει ασφάλεια.
Στον αντίποδα, το Hyundai i20 ακολουθεί μια πιο τεχνολογικά προηγμένη προσέγγιση. Από τη βασική έκδοση διαθέτει ψηφιακό πίνακα οργάνων 10,25” και αντίστοιχη οθόνη infotainment. Οθόνη που διαθέτει καλύτερα γραφικά με υψηλή ευκρίνεια και τηλεματικές υπηρεσίες μέσω του BlueLink που επιτρέπει τον απομακρυσμένο έλεγχο ορισμένων λειτουργιών του αυτοκινήτου. Η ποιότητα κατασκευής είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, αν και τα υλικά είναι κι εδώ σκληρά στην αφή.
Το εσωτερικό του Swift αναβαθμίστηκε σημαντικά στη νέα γενιά. Όχι τόσο σε ποιότητα όσο σε εικόνα. Τα υλικά είναι κατά πλειονότητα σκληρά, με τη γνωστή υψηλή ποιότητα συναρμογής που μας έχει συνηθίσει η Suzuki. Η εργονομία είναι πολύ καλή, με αρκετούς φυσικούς διακόπτες για κάποια συστήματα ασφαλείας και τον έλεγχο του κλιματισμού. Με τον πίνακα οργάνων να μην ακολουθεί τα καινά δαιμόνια της πλήρους ψηφιοποίησης. Διατηρεί τα αναλογικά όργανα για το στροφόμετρο και το ταχύμετρο, με μια ψηφιακή οθόνη πολλαπλών ενδείξεων αναμεσά τους.
Σχεδιαστικά, η διχρωμία με πιο ανοιχτόχρωμα πλαστικά στο ταμπλό και στις πόρτες έχει κάνει το εσωτερικό πιο ευχάριστο και φωτεινό. Αναβαθμισμένο συγκριτικά με το παρελθόν είναι το infotainment με νέα οθόνη αφής 9” στάνταρ σε όλες τις εκδόσεις. Τα γραφικά και η απόκρισή της δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπόλοιπα μοντέλα. Έχει εύχρηστο μενού και προσφέρει ασύρματη σύνδεση Apple Car Play και Android Auto.
Το Polo από την πλευρά του, μπορεί να μετρά τα περισσότερα χρόνια στην αγορά, αλλά παραμένει σημείο αναφοράς στην ποιότητα. Ως εκ τούτου είναι το μόνο με αφρώδη μαλακά υλικά έστω και μόνο στο πάνω μέρος του ταμπλό. Και πολύ προσεγμένη συναρμογή στα σκληρά στις πόρτες και στην κονσόλα δαπέδου. Ανάλογα την έκδοση το ψηφιακό περιβάλλον του Polo διαθέτει αναλογικά ή ψηφιακά όργανα με οθόνη διαγωνίου 10,25”. Kαι infotainment με οθόνη 8” ή 9,2” που υποστηρίζει όλες τις σύγχρονες λειτουργίες διασύνδεσης όπως Apple Car Play και Android Auto. Όχι όμως με ασύρματη σύνδεση.
Περνώντας στον κινητήρα, το νέο C3 κινείται από τον βενζινοκινητήρα τούρμπο 1.2 PureTech των 100 ίππων, ο οποίος προσφέρει γραμμική απόδοση και ικανοποιητική ροπή (205 Nm) από χαμηλές στροφές. Συνδυάζεται με χειροκίνητο κιβώτιο έξι ταχυτήτων που, σε συνδυασμό με τη σωστή κλιμάκωση και το χαμηλό βάρος του αυτοκινήτου (1.151 kg), εξασφαλίζουν πολύ καλές επιδόσεις. Το 0-100 km/h ολοκληρώνεται σε 10,1” και οι ενδιάμεσες επιταχύνσεις του είναι οι πιο ζωηρές τις τετράδας, μαζί με αυτές του i20.
Το τελευταίο εφοδιάζεται με τον κινητήρα τούρμπο 1.0 T-GDi των 100 ίππων με ήπια υβριδική υποστήριξη 48V που προσθέτει μια μικρή ώθηση στην κίνηση, μειώνοντας παράλληλα τις απαιτήσεις για καύσιμο. Με 172 Nm είναι ελαφρώς λιγότερο «γεμάτο» από το C3 στις χαμηλές στροφές. Η συνεργασία του όμως με το 6άρι χειροκίνητο κιβώτιο είναι εξίσου αρμονική, προσφέροντας συνολικά τις δεύτερες καλύτερες επιδόσεις εν κινήσει. Και τούτο παρόλο που στο σπριντ των 0-100 km/h υπολείπεται μερικά δέκατα έναντι του VW Polo -11,1” αντί των 10,8” που πετυχαίνει το Polo στην έκδοση με το 5άρι χειροκίνητο σασμάν.
Ο κινητήρας του γερμανικού σουπερμίνι είναι ο δεύτερος ύστερα από αυτόν του C3 που δεν έχει εξηλεκτριστεί: Πρόκειται για τον 1.000άρη TSI με τους 95 ίππους και τα 175 Nm. Το 5άρι κιβώτιο κάνει την απόκριση λίγο πιο νωθρή στις χαμηλές στροφές, συγκριτικά με τα C3 και i20. Αλλά σε κερδίζει με την γραμμική απόδοση. Και ότι με αρωγό την πολύ καλή ηχομόνωση είναι το μοτέρ του οποίου ο θόρυβος λειτουργίας περνά λιγότερο στην καμπίνα, τόσο στις αστικές μετακινήσεις όσο και στο ταξίδι.
Το Swift ξεχωρίζει με τον κινητήρα 1.2 Hybrid των 82 ίππων. Σύστημα κίνησης που συνδυάζει ατμοσφαιρικό 3κύλινδρο βενζινοκινητήρα με ένα ήπια υβριδικό σύστημα 12V που υποβοηθά τον κινητήρα και φροντίζει για ακόμα χαμηλότερους ρύπους. Η ισχύς του είναι αισθητά χαμηλότερη, με ροπή μόλις 107 Nm. Ωστόσο, στις καθημερινές μετακινήσεις δείχνει αρκετά πιο ψυχωμένο απ’ όσο υποδηλώνει η ονομαστική ροπή αλλά και τα 12,5” που δίνει το εργοστάσιο για το 0-100 km/h.
Εκεί που κερδίζει κατά κράτος το ιαπωνικό μοτέρ είναι στην κατανάλωση, με τη μέση τιμή να κυμαίνεται στα 5,3 lt/100 km. Τιμή αισθητά χαμηλότερη από τα άλλα τρία. Αξίζει να σημειώσουμε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συγκριτικής δοκιμής, η μέση κατανάλωση του C3 κυμάνθηκε στα 6,8 lt/100 km, με το i20 να καίει 7,0 lt/100 km και το Polo 7,1.
Πέρα από τις επιδόσεις και το πόσο συχνά πρέπει να επισκέπτεται καθένα τους το βενζινάδικο, στον δρόμο το C3 ξεχωρίζει για την άνεση. Με την ανάρτηση να απορροφά αποτελεσματικά τις ανωμαλίες του δρόμου, χαρίζοντας τις πιο ξεκούραστες μετακινήσεις στην κατηγορία. Ωστόσο, αυτή η έμφαση στην άνεση και οι 16 πόντοι από το έδαφος σημαίνουν πως στις στροφές γέρνει περισσότερο από τους ανταγωνιστές του. Χωρίς από την άλλη να γίνεται απρόβλεπτο του ή να υστερεί σε πρόσφυση.
Το i20 έχει πιο σφιχτή ανάρτηση, η οποία προσφέρει καλύτερο έλεγχο στις στροφές και πιο δυναμική αίσθηση. Αυτό βέβαια μεταφράζεται σε «σκληρότερη» κύλιση στην πλειονότητα των κακοσυντηρημένων ελληνικών δρόμων. Ιδίως στις εκδόσεις με τα μεγαλύτερα λάστιχα από τα 16άρια ης βασικής. Το Polo από την πλευρά του, παρουσιάζει μια πιο ισορροπημένη συμπεριφορά ανάμεσα στην άνεση και στη δυναμική συμπεριφορά. Οδηγικά, παραμένει το πιο σταθερό και ουδέτερο στο όριο, με πολύ καλή ποιότητα κύλισης και το καλύτερο σε αίσθηση τιμόνι μαζί με το Swift.
To ιαπωνικό μοντέλο δεν έχει την ίδια ζωντάνια με τους υπερτροφοδοτούμενους ανταγωνιστές του, κάτι που γίνεται αισθητό στις επιταχύνσεις και στο ταξίδι. Αλλά είναι το πιο ευέλικτο και ευχάριστο για να κινείσαι στην πόλη, με την ανάρτηση να έχει ποιοτική λειτουργία και να υστερεί σε άνεση ελάχιστα και μόνο από το γαλλικό μοντέλο. Με τη δυναμική συμπεριφορά να είναι αρκετά αναβαθμισμένη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Στρίβει με ακρίβεια και δίνει μια παιχνιδιάρικη και λιγότερο στείρα αίσθηση συγκριτικά με τα υπόλοιπα.
Με αρχική τιμή τις €16.900, το νέο Citroën C3 ήρθε και τάραξε τα νερά της κατηγορίας, προσφέροντας μια εξαιρετική σχέση αξίας-τιμής. Οι εκδόσεις PLUS (€18.900) και MAX (€19.900) ενισχύουν τη συνολική πρόταση με πληρέστερο εξοπλισμό. Και το γεγονός ότι ακόμα και η βασική έκδοση YOU! δεν στερείται βασικών ανέσεων, το καθιστά μια πολύ δελεαστική επιλογή. Ιδίως για όσους αναζητούν τα βασικά και δεν εντυπωσιάζονται από τις οθόνες που έχουν καταλάβει το εσωτερικό των σύγχρονων αυτοκινήτων.
Η τιμολογιακή πολιτική της Citroën έφερε αναταράξεις στην αγορά, με τη Suzuki να απαντά άμεσα μειώνοντας την τιμή του Swift. Το οποίο με το πρόγραμμα Hybrid Bonus ξεκινά πλέον από τις €16.990, αποτελώντας μια από τις πιο δελεαστικές και ολοκληρωμένες προτάσεις της κατηγορίας σήμερα. Από την άλλη, το Hyundai i20 με τον 100άρη υβριδικό κινητήρα που είχαμε στο συγκριτικό ξεκινά από €20.590. Με το VW Polo να διατηρεί την premium προσέγγισή του και, παρά τα χρόνια του στην αγορά, είναι το ακριβότερο με αρχική τιμή €22.950.
Σε αυτό το πλαίσιο, το νέο C3 καταφέρνει να ξεχωρίσει ως μια από τις πιο προσιτές και ολοκληρωμένες προτάσεις της κατηγορίας. Συνδυάζοντας ισορροπημένο χαρακτήρα, χώρους, πρακτικότητα, άνεση και στιλ, αποδεικνύεται πιο ικανό απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος από ένα αυτοκίνητο που δεν κρύβει την low cost φιλοσοφία σε σχέση με το παρελθόν.
Και σε μια αγορά που πιέζεται συνεχώς από ανατιμήσεις, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις στη Citroën ότι έκανε μια έξυπνη κίνηση, επιστρέφοντας στις βασικές αξίες της: Προσιτή αυτοκίνηση με χαρακτήρα. Προσφέροντας ένα αυτοκίνητο που ξεχωρίζει και καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των οδηγών σήμερα.
Citroën C3 | Hyundai i20 | Suzuki Swift | VW Polo | |||
---|---|---|---|---|---|---|
Τιμή | Από €16.900 | Από €20.590 | Από €17.450 (€16.990 με Hybrid Bonus) | Από €22.950 | ||
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ | ||||||
Τεχνολογία | Κινητήρας βενζίνης 1.199 cc, i3, 12v, 2 ΕΕΚ, άμεσος ψεκασμός, τούρμπο, ιντερκούλερ, κίνηση εμπρός, χειροκίνητο κιβώτιο έξι σχέσεων | MHEV, κινητήρας βενζίνης 998 cc, i3, 12v, 2 ΕΕΚ, άμεσος ψεκασμός, τούρμπο,ιντερκούλερ, ήπιο υβριδικό σύστημα 48V, κίνηση εμπρός, χειροκίνητο κιβώτιο έξι σχέσεων | MHEV, 1.197 cc, i3, 12v, ήπιο υβριδικό σύστημα 12V, μπαταρία ιόντων λιθίου, κίνηση εμπρός, χειροκίνητο κιβώτιο πέντε σχέσεων | Κινητήρας βενζίνης 999 cc, i3, 12v, 2 ΕΕΚ, άμεσος ψεκασμός, τούρμπο, ιντερκούλερ, χειροκίνητο κιβώτιο πέντε σχέσεων | ||
Ισχύς PS/rpm | 101/5.500 | 100 /6.000 | 82/5.700 | 95/5.500 | ||
Ροπή Nm/rpm | 205/1.750 | 172/1.500-3.500 | 112/4.500 | 175/1.600–3.500 | ||
Διαστάσεις mm | 4.015 x 1.755 x 1.567 | 4.065 x 1.775 x 1.450 | 3.860 x 1.735 x 1.495 | 4.074 x 1.751 x 1.451 | ||
Πορτμπαγκάζ lt | 310-1.180 | 352 | 265-980 | 351-1.125 | ||
Βάρος kg | 1.151 | 1.165 | 994 | 1.248 | ||
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ | ||||||
0-100 km/h | 10,6" | 10,4" | 12,5" | 10,8” | ||
Τελική ταχύτητα km/h | 160 km/h | 188 km/h | 165 km/h | 188 km/h | ||
Κατανάλωση* lt/100 km | 6,8 | 7,0 | 5,3 | 7,1 | ||
Εκπομπές CΟ2g/km | 126-128 | 112-122 | 98-99 | 117 | ||
* Μετρήσεις DRIVE | ||||||
Φωτογραφίες DRIVE Media Group/Θανάσης Κουτσογιάννης |